Β’ Π.Π. Γερμανική επίθεση

Τον Απρίλιο του 1941 η Γερμανία επενέβη στρατιωτικά στα Βαλκάνια, προκειμένου να διασώσει τη σύμμαχο Ιταλία, που είχε ηττηθεί από την Ελλάδα, αλλά κυρίως και για να καλύψει τα νώτα της ενόψει της επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

Την 1/4/1941 η Βουλγαρία προσχώρησε στον Άξονα και η 12η Γερμανική Στρατιά υπό το Στρατάρχη Φον Λιστ προσέγγισε τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα από την Κερκίνη έως τη Ροδόπη. Η γερμανική επίθεση ξεκίνησε ξημερώματα της Κυριακής 6/4/1941 από δυνάμεις της 72ης Μεραρχίας, με κύριο στόχο την προώθηση επί των κυρίων οδεύσεων που οδηγούσαν στις πόλεις Δράμα και Σέρρες Την περιοχή υπεράσπιζαν οι δυνάμεις του Συγκροτήματος Καραντάγ της XIV Μεραρχίας και η VII Μεραρχία. Το κύριο βάρος της επίθεσης από τέσσερα (4) γερμανικά τάγματα δέχτηκαν τα οχυρά Λίσσε, Πυραμιδοειδές, Περιθώρι και Μαλιάγκα. Οι γερμανικές δυνάμεις πεζικού υποστηρίζονταν από πυροβόλα εφόδου και πυροβολικό, αλλά δεν είχαν αεροπορική κάλυψη. Την πρώτη μέρα της επίθεσης γερμανικά τμήματα προσέγγισαν τ’οχυρό Περιθώρι, χωρίς να καταφέρουν να το καταλάβουν αφού δέχτηκαν διασταυρωμένα πυρά από τα παρακείμενα οχυρά Λίσσε και Μαλιάγκα, ενώ σοβαρές εχθρικές απώλειες υπήρξαν από τα πυρά του Λίσσε στις δύο μεγάλες επιθέσεις κατά του συγκροτήματος.

Η πυκνή ομίχλη που κάλυπτε το λεκανοπέδιο κατά τη δεύτερη μέρα των επιχειρήσεων δυσκόλεψαν τις προσπάθειες των αμυνομένων. Επίθεση κατά του οχυρού Ντάσαβλη αποκρούστηκε σθεναρά, ωστόσο ο εχθρός κατέλαβε το στρατηγικής σημασίας ύψωμα Κρέστη, στην είσοδο της διάβασης Καλαποτίου, προσεγγίζοντας την επιφάνεια των οχυρών Μπαμπαζώρα και Μαλιάγκα. Ελληνικές αντεπιθέσεις στη συνέχεια -και μάχες σώμα με σώμα- αναγκάζουν τα γερμανικά τμήματα να επιστρέψουν στις προηγούμενες θέσεις τους, ενώ αποτυγχάνουν και λυσσαλέες προσπάθειές για κατάληψη του Λίσσε. Τις ίδιες ώρες ένας επικός αγώνας είναι σε εξέλιξη στο εσωτερικό των στοών του οχυρού Περιθώρι, όταν εχθρικό τμήμα κατάφερε και εισήλθε στο εσωτερικό του, από κατεστραμμένο φάτνωμα πολυβολείου. Μετά από σκληρό αγώνα στο απόλυτο σκοτάδι, οι Γερμανοί εκδιώχθηκαν με βαριές απώλειες τόσο από το εσωτερικό, όσο και από την επιφάνεια του συγκροτήματος. Καμία απολύτως πρόοδο δεν σημείωσαν οι εισβολείς και κατά την τρίτη μέρα των επιχειρήσεων, με τις κατά μέτωπον επιθέσεις και τις προσπάθειες διείσδυσης να αποκρούονται από τα πυρά των οχυρών.

Οι Γερμανοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν και το ύψωμα Κρέστη, τη μοναδική τους επιτυχία στο πεδίο της μάχης μετά από ελληνική αντεπίθεση. Την ίδια μέρα το Βερολίνο αλλάζει σχέδια και διατάσσει επίθεση στην Ελλάδα μέσω … Γιουγκοσλαβίας. Η 2η Τεθωρακισμένη Γερμανική Μεραρχία προωθείται δυτικά και μέσω Γιουγκοσλαβίας και λίμνης Δοϊράνης εισέρχεται στην Ελλάδα, φτάνοντας και καταλαμβάνοντας τελικά τη Θεσσαλονίκη. Στις 9/4/1941 και ενώ στη Θεσσαλονίκη υπογράφεται το Πρωτόκολλο Συνθηκολόγησης μεταξύ ΤΣΑΜ και 2ης Τεθωρακισμένης Γερμανικής Μεραρχίας, συνεχίζονται οι συγκρούσεις με νέες επιτυχίες για τα ελληνικά όπλα, με την αιχμαλωσία γερμανικών τμημάτων στ΄ οχυρό Παρταλούσκα και στο χωριό Κάτω Βροντού. Ωστόσο αργά το απόγευμα οι διοικητές των συγκροτημάτων ενημερώνονται για τη Συνθηκολόγηση και διατάσσονται να παραδώσουν τα οχυρά στις γερμανικές δυνάμεις, αφού πρώτα καταστρέψουν τα αρχεία. Η παράδοση πραγματοποιείται  το πρωί της Παρασκευής 10/4/1941.

Οι Γερμανοί εκφράζονται θετικά για τον αγώνα των Ελλήνων υπερασπιστών, που τις προηγούμενες μέρες όχι μόνο κατάφεραν να αποκρούσουν τις επιθέσεις και τις προσπάθειες διείσδυσης εντός και εκτός των υπόγειων στοών, αλλά και να αιχμαλωτίσουν εχθρικά τμήματα. Μετά την παράδοση οι Γερμανοί θέλησαν να αποσπάσουν μυστικά για την οχύρωση και την άμυνα των οχυρών από τους διοικητές των, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στα ηρώα των οχυρών Λίσσε και Περιθώρι αναγράφονται τα ονόματα των Ελλήνων πεσόντων στη διάρκεια των μαχών. Δίπλα ακριβώς Γερμανοί Βετεράνοι της 72ης Μεραρχίας τοποθέτησαν τη δεκαετία του 1980 αναθηματικές πλάκες στη μνήμη των δεκάδων συμπατριωτών τους που σκοτώθηκαν κατά την επίθεση στο οροπέδιο του Κάτω Νευροκοπίου, που -μεταξύ άλλων- αναγράφουν: «Εν θλίψει υπέρ των νεκρών. Αναζητώμεν φιλίαν μεταξύ των ζώντων».


Print